answersLogoWhite

0

The a means not and the tom means to cut.

EN

The word "atom" comes from the two Greek affixes, a-tom; "a" is the privative affix meaning deprivation; "tom" comes from the Greek "temno" (τέμνω) meaning "slit", "slash", "cut". Therefore, atom means the "non-slit" (further).

Another example for the affix "tom" is the Greek word "tomos" (τόμος) which also comes from the aforementioned affix "tom" and means "volume" (of a book) exactly because the volume of a book is slit in its pages.

GR

Η λέξη προέρχεται από τα δύο Ελληνικά προσφύματα, α-τομο· "α" είναι το στερητικό πρόσφυμα που σημαίνει στέρηση· "τομο" προέρχεται από το Ελληνικό "τέμνω" που σημαίνει "σχίζω", "κόβω", "διαιρώ". Επομένως, άτομο σημαίνει το "μη-τεμνόμενο" (άλλο, περισσότερο).

Ένα άλλο παράδειγμα για το πρόσφυμα "τομο" είναι η Ελληνική λέξη "τόμος" που επίσης προέρχεται από το προαναφερθέν πρόσφυμα "τομο" και σημαίνει "τόμος" (βιβλίου) ακριβώς επειδή ο τόμος ενός βιβλίου έχει στις σχισμές τών σελίδων του.

User Avatar

Wiki User

11y ago

Still curious? Ask our experts.

Chat with our AI personalities

SteveSteve
Knowledge is a journey, you know? We'll get there.
Chat with Steve
ViviVivi
Your ride-or-die bestie who's seen you through every high and low.
Chat with Vivi
MaxineMaxine
I respect you enough to keep it real.
Chat with Maxine
More answers

From the word ATOMOS by democritus...

EN

The word "atom" comes from the two Greek affixes, a-tom; "a" is the privative affix meaning deprivation; "tom" comes from the Greek "temno" (τέμνω) meaning "slit", "slash", "cut". Therefore, atom means the "non-slit" (further).

Another example for the affix "tom" is the Greek word "tomos" (τόμος) which also comes from the aforementioned affix "tom" and means "volume" (of a book) exactly because the volume of a book is slit in its pages.

GR

Η λέξη προέρχεται από τα δύο Ελληνικά προσφύματα, α-τομο· "α" είναι το στερητικό πρόσφυμα που σημαίνει στέρηση· "τομο" προέρχεται από το Ελληνικό "τέμνω" που σημαίνει "σχίζω", "κόβω", "διαιρώ". Επομένως, άτομο σημαίνει το "μη-τεμνόμενο" (άλλο, περισσότερο).

Ένα άλλο παράδειγμα για το πρόσφυμα "τομο" είναι η Ελληνική λέξη "τόμος" που επίσης προέρχεται από το προαναφερθέν πρόσφυμα "τομο" και σημαίνει "τόμος" (βιβλίου) ακριβώς επειδή ο τόμος ενός βιβλίου έχει στις σχισμές τών σελίδων του.

User Avatar

Wiki User

11y ago
User Avatar

Actually, atomic is not a root word, but an adjective that is used to give description to other words. Example: atomic clock The root word for atomic is atom, which is used as 'the basic unit of a chemical element.' It comes from the Latin word atomos which basically means 'can not be divided.'

User Avatar

Wiki User

14y ago
User Avatar

The root word of an atom is:-

a = absence or unable

tome = to cut

So atom means "unable to cut"

User Avatar

Wiki User

14y ago
User Avatar

it is ancient greek for (the smallest?)

User Avatar

Wiki User

15y ago
User Avatar

Add your answer:

Earn +20 pts
Q: What is the origin of the word atom?
Write your answer...
Submit
Still have questions?
magnify glass
imp