The a means not and the tom means to cut.
EN
The word "atom" comes from the two Greek affixes, a-tom; "a" is the privative affix meaning deprivation; "tom" comes from the Greek "temno" (τέμνω) meaning "slit", "slash", "cut". Therefore, atom means the "non-slit" (further).
Another example for the affix "tom" is the Greek word "tomos" (τόμος) which also comes from the aforementioned affix "tom" and means "volume" (of a book) exactly because the volume of a book is slit in its pages.
GR
Η λέξη προέρχεται από τα δύο Ελληνικά προσφύματα, α-τομο· "α" είναι το στερητικό πρόσφυμα που σημαίνει στέρηση· "τομο" προέρχεται από το Ελληνικό "τέμνω" που σημαίνει "σχίζω", "κόβω", "διαιρώ". Επομένως, άτομο σημαίνει το "μη-τεμνόμενο" (άλλο, περισσότερο).
Ένα άλλο παράδειγμα για το πρόσφυμα "τομο" είναι η Ελληνική λέξη "τόμος" που επίσης προέρχεται από το προαναφερθέν πρόσφυμα "τομο" και σημαίνει "τόμος" (βιβλίου) ακριβώς επειδή ο τόμος ενός βιβλίου έχει στις σχισμές τών σελίδων του.
Chat with our AI personalities
From the word ATOMOS by democritus...
EN
The word "atom" comes from the two Greek affixes, a-tom; "a" is the privative affix meaning deprivation; "tom" comes from the Greek "temno" (τέμνω) meaning "slit", "slash", "cut". Therefore, atom means the "non-slit" (further).
Another example for the affix "tom" is the Greek word "tomos" (τόμος) which also comes from the aforementioned affix "tom" and means "volume" (of a book) exactly because the volume of a book is slit in its pages.
GR
Η λέξη προέρχεται από τα δύο Ελληνικά προσφύματα, α-τομο· "α" είναι το στερητικό πρόσφυμα που σημαίνει στέρηση· "τομο" προέρχεται από το Ελληνικό "τέμνω" που σημαίνει "σχίζω", "κόβω", "διαιρώ". Επομένως, άτομο σημαίνει το "μη-τεμνόμενο" (άλλο, περισσότερο).
Ένα άλλο παράδειγμα για το πρόσφυμα "τομο" είναι η Ελληνική λέξη "τόμος" που επίσης προέρχεται από το προαναφερθέν πρόσφυμα "τομο" και σημαίνει "τόμος" (βιβλίου) ακριβώς επειδή ο τόμος ενός βιβλίου έχει στις σχισμές τών σελίδων του.
Actually, atomic is not a root word, but an adjective that is used to give description to other words. Example: atomic clock The root word for atomic is atom, which is used as 'the basic unit of a chemical element.' It comes from the Latin word atomos which basically means 'can not be divided.'
The root word of an atom is:-
a = absence or unable
tome = to cut
So atom means "unable to cut"
The smallest component of an element having the chemical properties of the elementatom comes from the word atomos ( a= not/ tomos= devisible)it was called this because it was belived that all matter was made from individual descrete particles so not visible.MIT lecture on the origin of the atom,A direct answer for this..The word 'atom' means 'uncuttable' or 'smallest indivisible particle of matter
the origin is where the word came from but the specific origin of the word ballot is latin root word.
The origin is from french
The answer is it's a british word origin. The word was orriginaly made by the English society
the origin of the word is simply "opulent".